Πίνακες

Προσωπογραφία Σπυρίδωνος Ρώμα (1826 – 1881)

Γιοs του Γεωργίου Κανδιάνου και Tns Όρσολαs Βαλσάµου. Πολυταξιδεµένοs, µε νοµικέs σπουδέs στπν Γερµανία, παντρεµένοs µε τπν κόρη του πρίγκιπα τns Ρουµανίαs Αλεξάνδρου Μουρούζη Ασπασία, ο Σπυρίδων Ρώµαs επιστρέφει στπν πατρίδα του, οργανώνει δικό του κόµµα, το Ρωµιάνικο, και εκλέγεται εθνικόs Βουλευτns στα 1879. Λίγο αργότερα, στα 1881, ο πρωθυπουργόs Κουµουνδούροs τον ορί­ζει υπουργό τns παιδείαs. Τότε χρονολογείται και το εν λόγω υπογεγραµµένο ποιοτικότατο πορτρέτο, έργο του ζακυνθινού ζωγράφου Αποστόλου Λάτση (1840 - 1909), µαθητή του επίσns ζακυνθινού Διονυσίου Καλυβωκά και τns Ακαδnµίαs του Αγίου Λουκά στην Ρώµη.

Ο πολιτικόs απεικονίζεται εντόs του αρχοντικού (το χαλί υπάρχει ακόµα στον άνω όροφο), καθήµενοs σε πολυθρόνα, µε τις σφραγίδεs του κρεµασµένεs µε αλυσίδα στο στήθος, ο ακαδnµαϊκόs ζωγράφοs όµωs κάνει ιδιαίτερη νύξη στην σοφία του ανδρόs και στην ιδιότητά του, παραθέτονταs στο δεξί άκρο µια αλληγορική σύνθεση, ένα µικρό µαρµάρινο άγαλµα τns Αθnνάs µε τπν κουκουβάγια, καθώs και τον υπουργικό του φάκελο. Χαρακτπριστική σε ρεαλιστικέs και σκούρεs χρωµατικέs οµοιότnτεs για την τέχνη του Λάτση, είναι n δηµοσιευµένήΠροσωπογραφίας κυρίας με κόκκινο φέσι στην συλλογή Κουτλίδη Tns Eθνικής Πινακοθήκης. Στο αρχοντικό υπάρχουν και άλλα πορτραίτα του Σπυρίδωνοs (µινιατούρεs, φωτογραφίεs, παστέλ), ένα από αυτά εκτελεσµένο post mortem (1896) από τον γνωστό και ποιοτικό αθηναίο ζωγράφο τns «καλήs κοινωνίαs» Παύλο Μαθιόπουλο (1876; - 1956), τον σπουδασµένο στο Παρίσι (εικ. α). Ο Μαθιόπουλοs τπν ίδια χρονιά έχει επίσns προσωπογραφήσει τπν σύζυγο του Σπυρίδωνοs Ασπασία Μουρούζη (εικ. β), ενώ ένα όµορφο νεανικότερό τns πορτραίτο (εικ. γ) εκτίθεται στον όροφο του αρχο­ντικού, φιλοτεχνηµένο στο Παρίσι από τον Ignace Spiridon. Τα άρρενα µέλη τns πολίτικns οικογενείαs Μουρούζη για αιώνεs κατείχαν την θέση του «µεγάλου δραγοµάνου» (= διερµηνέα) του σουλτάνου, µε αιµατηρό κόστοs, καθώs και nγεµονικέs θέσειs στις περιοχέs τns Ρουµανίαs. Η στoλή του Κωνσταντίνου Μουρούζη, πατέρα του Αλεξάνδρου Μουρούζη, που αποκεφαλίστπκε µαζί µε τον πατριάρχη Γρπγόριο στην έναρξη τns επανάστασns του 1821, εκτίθεται στο «ιντρόϊτο» (είσοδο) του αρχοντικού.

 

paintingpainting painting

(Ιδού ο Άνθρωπος)

paintingΧριστόs παρουσιάζεται στον όχλο πριν την ολοκλήρωση του θείου πάθουs. Η έντονη φωτοσκία­ση (chίaroscuro) ανάµεσα στα φωτεινά µέρπ του σώµατοs και το σκοτεινό Βάθοs, π λεπτότητα της πινελιάs, µε τα λευκά της αγγίγµατα, και η αποπνεόµενη αίσθηση του συγκινησιακού, προδίδουν την ιδιαίτερη τέχνη του Κουτούζη (ίl rococo patetίco). Την ίδια διαπραγµάτευση του συνόλου συναντάµε στο κεντρικό βηµόθυρο του τέµπλου, στο καθολικό της µονήs τns Πλατυτέραs στπν Κέρκυρα, ενώ n κλίση και n έκφραση του προσώπου αποτυπώνονται µε τον ίδιο τρόπο στους εσταυρωµένουs του Κουτούζη στο Μεταβυζαντινό Μουσείο και στο παρεκκλήσι Tns Σαρακίναs στην Ζάκυνθο. Την ίδια νόρµα αλλά µε πιο καθαρέs γραµµέs ακολουθεί και ο Καντούνns, στην Μαστίγωση (γνωστή µόνο από ασπρόµαυρη φωτογραφία) στο κεντρικό βηµόθυρο από τον κατεστραµµένο ναό των Αγίων Αποστόλων τns πόλns τns Ζακύνθου, σύνθεση που λανθασµένα αποδιδόταν στον µεταβυζαντινό Ανδρέα Σταυράκη, ο οποίοs δουλεύει τπν αυγοτέµπερα και όχι το λάδι στο ξύλο και στον καµβά.

Σπουδή ανδρικού γυμνού

painting

Σχεδιασµένη µε κάρβουνο σε χαρτί, αυτή n αδηµοσίευτη σπουδή φέρει την γνήσια υπογραφή του σηµαντικού νεοτέρου µεταϊµπρεσιονιστή ζωγράφου Συµεών Σαββίδη (1859 - 1927) και αποτελεί µια από τις πιο πρώιµέs του προσπάθειεs, από τον πρώτο και µοναδικό χρόνο εγγραφήs του στο Σχολείο των Τεχνών στην Αθήνα (1878), πριν φύγει µε υποτροφία για το Μόναχο και την εκεί Ακαδηµία. Πρώτοι δάσκαλοί του στην Αθήνα πρέπει να ήταν ο Νικnφόροs Λύτραs και ο Ernst Ziller. Διαλέγει µια δύσκολη πόζα για το µοντέλο προκειµένου να ασκηθεί στπν σκίαση των σωµατικών µερών και στην απόδοση τns προοπτικής.

 

 

 

Απεικόνηση του Χριστού σε ύφασμα

paintingΤο εν λόγω έκθεµα υπάγεται παρενθετικά στπν παράδοση του Αγίου Μανδηλίου, ενόs εικονογραφι­κού «τεχνάσµατοs» της ρωµαιοκαθολικήs Αντιµεταρρύθµισns - από τον και µετά - που ήθελε τον αληθινό Χριστό να αναπαρίσταται σε ύφασµα που του δόθηκε για να σκουπίσει το πρόσωπό του (µια ανάλογη περίπτωση για την ελληνορθόδοξη εκκλησία είναι αυτή του τιµίου ξύλου). Το ίδιο το µοτίβο του Αγίου Μανδηλίου ενσωµατώθηκε στπν ζωγραφική τέχνη του Bενετoκρατoυµένoυ ελληνι­σµού, άρα και στα τέµπλα των επτανησιακών εκκλησιών (παράδειγµα το τέµπλο του καθολικού τns µονήs της Πλατυτέραs στην Κέρκυρα από τους Koυτoύζη-Kαvτoύνη). Η εκτεvήs λατινική επιγραφή στην εικόνα µαs είναι προπαγανδιστικά αρχαιοπρεπής µε παραποµπέs στπν ρωµαϊκή εποχή και στον καίσαρα Τιβέριο, όµωs η αναφορά στον turcarum imperator (= αυτοκράτοραs των Τούρκων!) µαs επαναφέρει στον ιστορικό χρόνο, που δεν πρέπει να είναι άλλοs από τον 18ο αιώνα.

Νεκρή Φύσηpainting
Από τα πιο αξιοπρόσεκτα εκθέµατα του αρχοντικού είναι έναs πίνακας φιλοτεχνnµένοs µε λάδι σε καµβά που κοσµεί τπν τραπεζαρία. Πρέπει να χρονολογηθεί τον 17ο αιώνα και να αποδοθεί σε Ιταλό και όχι Φλαµανδό ζωγράφο, ειδικευµένο στπν απεικόνιση θεµάτων νεκρής φύσns natura morte). Αυτού του είδουs οι πίνακεs συνιστούν την συγκεκριµένη εποχή όχι µόνο δείγµατα κοσµι­κήs ζωγραφικήs, αλλά µπολιασµένοι από την έντονη θρησκευτικότητα τns ρωµαιοκαθολικήs Αντιµεταρρύθµισns υπαινίσσονται, µε σταθερά εικονογραφικά µοτίβα, τον µόνο ηθικό χριστιανικό βίο και την επέκεινα προσµονή. Είναι ευτύχηµα πωs στο παράδειγµά µαs συναιρούνται σχεδόν όλεs οι νόρµεs του είδουs: τα µεταλλικά βάζα µε τα πολύχρωµα λουλούδια στο σηµείο που n άνθι­ση αγγίζει τον µαρασµό, το κερί που µόλιs έσβησε αφήνονταs ένα σηµάδι καπνού, n κλεψύδρα µε την άµµο τns-χρόνο να τελειώνει, τα αραδιασµένα βιβλία που γνωστοποιούν µόνο το εφήµερο (δια­κρίνεται µε έµφαση στην ράχη του ενόs n γραφή Vita (ζωή), και τέλοs, το γνωστότερο µοτίβο, n νεκροκεφαλή που συνοψίζει το νόηµα τns µαταιότnταs του επιγείου (vanitas vanitatum omnia vanitas). Η ρεαλιστική αίσθηση, χαρακτηριστική του µπαρόκ, εντείνεται από την φωτοσκιαστική αντίθεση ανάµεσα στο σκοτεινό φόντο και στα φωτισµένα αντικείµενα. Στο κέντρο και πάνω, σε ταινία, γράφεται διδακτικά: QUASI FLOS CONTE ...Σαν το άνθοs/λάµψn να ικανοποιείσαι, δηλαδή µε την συνείδηση του πεπερασµένου.

 

Αυτοπροσωπογραφία Νικόλαου Κουτούζη(1741 – 1813)painting

Ο ζωγράφοs Νικόλαοs Κουτούζns nαίρνει τα πρώτα του µαθήµατα από τον στρατιωτικό Νικόλαο Δοξαρά (αρχέs 1700 - 1775), γιο του Παναγιώτn, βασικό επιµελnτή τns πινακοθήκης του στρα­τάρχn von der Schulenburg και εκφραστή ενόs Βενετσιάνικου-ροκοκό απλοϊκού εκλεκτισµού όπωs αποτυπώνεται στο εικονογραφικό πρόγραµµα του ναού τns Φανερωµένns, και στα 1760 φεύγει για τnv Βενετία. Επιστρέφονταs στο νnσί εισάγει τον νεοελλnνικό χώρο στnv ολοκλnρωµένn φυσιο­κρατική ζωγραφική, ακολουθώνταs το φωτοσκιαστικό αναπαραστατικό παράδειγµα του G.B. Piazzetta. Από τα πρώτα έργα που ψιλοτεχνεί είναι n Λιτανεία του σκnνώµατοs του Αγίου Διονυσίου ο Παντοκράτωρ µε την ουράνια σφαίρα, οι 4Ευαγγελιστέs και οι 2Προφήτεsγια τον ναό του Αγίου Διονυσίου, σήµερα όλα στο Εκκλnσιαστικό Μουσείο Ζακύνθου, καθώs και nΠροσωπογραφία του γενικού προΒλεπτή θαλάσσns Andrea µερα στο ανάκτορο τns Κερκύραs. Φυσιογνωµία στοχαστική, αντιφατική και συγκρουσια­κή, ο Κουτούζης έρχεται σε ρήξn µε τα κακώs κείµενα τns ζακυνθινήs κοινωνίαs, µε συνέπεια και τnv προσωπική βλάβn, και καταφεύγει στο ιερατικό σχήµα. Οι σατυρικοί του στίχοι όµωs, σύµφω­νοι µε τnv Βενετσιάνικn παράδοσn του G.B. Marino, δεν παύουν να κυκλοφορούν και να σκανδα­λίζουν. Αναλαµβάνει τnv εικονογράφnσn πολλών ναών τns πόλns τns Ζακύνθου, καθώs και ιδιωτι­κών παρεκκλnσιών στις επαύλειs τns υπαίθρου, nροσωπογραφεί δε πολλούs ευγενείs. Στα τέλn του 18ου ζωγραφίζει ένα από τα αριστουργήµατά του, TnvΜετακοµιδή του σκnνώµατοs του Αγίου Διονυσίου από τα Στροφάδια στην Ζάκυνθο σήµερα στο Εκκλnσιαστικό Μουσείο Ζακύνθου, στην βάσn τns παράστασns του J. Marieschi στον ναό του San Giovanni di Bragora στnv Βενετία.

Η αυτοπροσωπογραφία του αγοράστηκε από τον Διονύσιο Ρώµα(1906 - 1981). Ο ζωγράφοs­-ιερέαs παρουσιάζεται σε ώριµη ηλικία, στις αρχέs του 1800, κρατώνταs την παλέτα µε τα χρώµατα και τα πινέλα στο δεξί. Οι λεπτοµέρειεs του προσώπου, το µειδίαµα, τα µάτια, τα λευκά γένια αποτυπώνονται µε πpoσoxή. Στο αριστερό µάγουλο αχνοφαίνεται n µαύρη oυλή από το «φρεζάρι­σµα» ύπουλο κτύπηµα στο πρόσωπο µε γυάλινο σφαιρίδιο που περιέχει µπαρούτι και µελάνι ώστε το σηµάδι να µένει ανεξίτηλο) που είχε υποστεί. Πάντωs, το επαναλαµβανόµενο µοτίβο του αριστερού χεριού µε τον τεντωµένο δείκτη και n υπαινικτική, τριτοπρόσωπη παρουσία του σατύρου στον πίνακα του καβαλέτου στο βάθοs, θα αφήνουν πάντα µια υπόνοια πωs ίσωs το έργο να έχει γίνει post mortem από τον Καντούνη. Άλλωστε, n σύµπτωση τns ανυπόγραφns ζωγραφικήs παρα­γωγήs των δύο οµοειδών ζωγράφων στις αρχέs του µέχρι τον θάνατο του Κουτούζη στα 1813 συνιστά µια σπαζοκεφαλιά για την έρευνα, ενώ όσον αφορά στην εκτενέστερη προσωπο­γραφική παραγωγή του Καντούνη, την κύρια αιτία προσωπογράφησηs τns ζακυνθινήs αστικής κοινωνίας τns εποχής συνιστά η µεταθανάτια ενθύµηση.

Στο αρχοντικό εκτίθενται ακόµα δύο έγγραφα-επιστολέs του Κουτούζη στα ιταλικά, το ένα, γραµµένο από τρίτο χέρι, φέρει την ιδιόχειρη υπογραφή του και απευθύνεται στον Kυβερνήτn του νησιού στασχετικά µε τπν διαµάχη του ιερέα-ζωγράφου, όταν λειτουργούσε στον ναό τns Οδηγήτριαs, µε κάποιουs «προκουρατόρουs»(λαϊκούs επιτρόπουs) του ναού, το δε άλλο πρέπει να είναι ιδιό­χειρο, απευθύνεται σε φίλο και έχει φανταστικό και σατυρικό περιεχόµενο: ο Κουτούζns παρουσιάζεται µε το ψευδώνυµο Buzavarue (κοιλαράs) να γράφει από τον άλλο κόσµο, αφού έχει συµµετάσχει µε τους αδελφούs του σε διάφορα επεισόδια.